Σάββατο, 21 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 22 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


Ἀριθμός 42
Κυριακή 22 Ὀκτωβρίου 2017
ΣΤ΄ ΛΟΥΚΑ
( Γαλ. α΄ 11-19 )
«Ἐν χώρᾳ και σκιᾷ θανάτου», ἤ ἁπλούστερα, στό σκοτάδι τῆς εἰδωλολατρίας ζοῦσαν οἱ Γαλάτες ταῆς Μικρᾶς Ἀσίας. ἀδελφοί μου. Ἐκεῖ, στήν σημερινήν Ἄγκυραν, ἔφθασε κάποια στιγμή ὁ Ἀπόστολος Παῦλος καί ἐκήρυξε τό Εὐαγγέλιον. Στό κήρυγμά του ἐπίστευσαν ἀρκετοί Γαλάτες. Μετενόησαν, ἐγκατέλειψαν τήν εἰδωλολατρίαν, ἔπαυσαν νά προσφέρουν ἀνθρωποθυσίες στούς ψεύτικους θεούς, ἐβαπτίσθηκαν, καί ἔτσι σχηματίσθηκε ἡ Ἐκκλησία τῆς Γαλατίας. Οἱ πιστοί αὐτῆς τῆς Ἐκκλησίας θεωροῦσαν τόν Παῦλον ὡς τόν μεγαλύτερον εὐεργέτην τους, ἀφοῦ τούς ἔβγαλε ἀπό τό σκοτάδι, καί τούς ὡδήγησε στό φῶς τοῦ Χριστοῦ.
Ὅμως, ὁ Παῦλος δέν ἔμεινε πολύ στήν Γαλατίαν. Ἔφυγε γιά νά κηρύξῃ σέ ἄλλα μέρη. Τότε βρῆκαν εὐκαιρίαν κάποιοι κήρυκες τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ καί ἦλθαν στήν Γαλατίαν, ὅπου διέβαλαν καί ἐσυκοφάντησαν τόν Παῦλον, λέγοντας πώς ὅ,τι σᾶς ἐδίδαξεν ὁ Παῦλος εἶναι ἀνθρώπινες ἐπινοήσεις, ξένες πρός τήν χριστιανικήν διδασκαλίαν, καί τοῦτο διότι δέν εἶχε χρηματίσει αὐτόπτης καί αὐτήκοος μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἄλλοι Ἀπόστολοι.
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, λοιπόν, γράφει τήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν του, γιά νά ἀντιμετωπίσῃ τό πρόβλημα τῶν Ἰουδαϊζόντων ψευδοδιδασκάλων, καί τό πρῶτο πού τονίζει εἶναι ἡ προέλευσις τοῦ Εὐαγγελίου, τό ὁποῖον τούς ἔχει κηρύξει.
«Ἀδελφοί, γνωρίζω ὑμῖν τό εὐαγγέλιον τό εὐαγγελισθέν ὑπ’ ἐμοῦ ὅτι οὐκ ἔστι κατά ἄνθρωπον».  Δηλαδή, σᾶς κάνω γνωστόν, ὅτι τό εὐαγγέλιον πού σᾶς ἐκήρυξα δέν εἶναι προϊόν ἀνθρωπίνης ἐμπνεύσεως. Καί συνεχίζει: «Οὐδέ ἐγώ παρά ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό οὔτε ἐδιδάχθην, ἀλλά δι’ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ». Τονίζει, δηλαδή, ὅτι ὁ ἴδιος δέν τό διδάχθηκε ἀπό ἀνθρώπους, ἀλλά τοῦ τό ἀπεκάλυψε ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι εἶχαν κληθῆ στό ἀποστολικόν ἀξίωμα καί εἶχαν διδαχθῆ τίς εὐαγγελικές ἀλήθειες κατ’ εὐθεῖαν ἀπό τόν Χριστόν.  Ἀλλά καί ὁ Παῦλος, ἔστω καί ἄν δέν ὑπῆρξεν ἄμεσος μαθητής τοῦ Χριστοῦ, ἀπό Ἐκεῖνον ἐκλήθη στό ἔργον τοῦ κηρύγματος, μέ θαυμαστόν τρόπον, καί, ἐπίσης, θαυμαστῷ τῷ τρόπῳ τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ Θεός τήν διδασκαλίαν Του, τήν ὁποίαν καί διέδωσεν ὅσον κανείς ἄλλος, καί δικαίως ἀπεκλήθη «Ἀπόστολος τῶν ἐθνῶν».
Εἴκοσι αἰῶνες πέρασαν ἀπό τότε πού ὁ Παῦλος καί οἱ ἄλλοι Ἀπόστολοι ἐκήρυξαν τό Εὐαγγέλιον «πάσῃ τῆ κτίσει». Καί ὅμως, κάποια ἐρωτηματικά καί ἀμφιβολίες ἐξακολουθοῦν νά ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπον. Ὅπως λ.χ. τό θέμα τῆς ἀθανασίας τῆς ψυχῆς, τῆς ὑπάρξεως Παραδείσου καί κολάσεως, κ.ἄ. Κάποιοι σκέπτονται ἄν ἀξίζει νά βαδίζῃ κανείς μέ τόν σταυρόν  στό  χέρι,  ἤ νά πατήσῃ ἐπί πτωμάτων γιά νά ἀνεβῆ, ἤ νά τακτοποιήσῃ τά παιδιά του σέ καλές θέσεις. Ἐρωτοῦν ἄν ἀξίζει νά κάνῃς τό καλό,  ἀφοῦ βρίσκεις τόν μπελά σου, ὅπως λέμε, ἤ εἶναι καλύτερα νά ἀδιαφορῇς καί νά μή δίνῃς σημασία γιά τόν ἄλλον, παρά μόνον γιά τό ἄτομό σου, ἤ τό πολύ γιά τήν οἰκογένειάν σου. Διερωτῶνται ἄν ἀξίζει νά ζῇ κανείς μέ ἰδανικά καί πνευματικές ἀξίες, ἤ εἶναι προτιμώτερον νά θέσῃ πάνω ἀπό ὅλα ὡς στόχον τήν δημιουργίαν πλούτου, τήν ἀπόκτησιν ὑλικῶν ἀγαθῶν, τήν συσσώρευσι χρημάτων καί τά ὅμοια. Αὐτά καί πολλά ἄλλα θέματα-ἐρωτηματικά ἀπασχολοῦν τόν ἄνθρωπον. Ποιός θά δώσῃ τήν σωστήν ἀπάντησιν σ’ αὐτά τά ἐρωτήματα;  Ποιός ϗ 
Ὁ Ἰησοῦς Χριστός πού εἶναι «ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καί ἡ ζωή» (Ἰω. ιδ΄6) καί γιά τόν Ὁποῖον ἐγράφη «οὐδέποτε οὕτως ἐλάλησεν ἄνθρωπος, ὡς οὗτος ὁ ἄνθρωπος» (Ἰω. ζ΄46). Ὁ Ἴδιος ἐδίδαξεν τήν ἀλήθειαν. Καί, ὅταν ἀνελήφθη εἰς τόν οὐρανόν, μᾶς ἔδωσε τήν διαβεβαίωσιν « ἰδού, ἐγώ μεθ’ ὑμῶν εἰμι πάσας τάς ἡμέρας, ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος» ( Ματθ. κη΄20 ). Εἶναι ὁ πάντοτε παρών στήν ζωήν τῆς Ἐκκλησίας, εἶναι Ἐκεῖνος πού μᾶς ἁγιάζει, εἶναι «ὁ πάντοτε ἐσθιόμενος, καί μηδέποτε δαπανώμενος, ἀλλά τούς μετέχοντας ἁγιάζων». Ὁ λόγος Του ζωντανός μέσα στό Ἱερόν Εὐαγγέλιον. Ἄς θυμηθοῦμε τί σημειώνει ὁ Εὐαγγελιστής Ἰωάννης: «Ταῦτα δέ γέγραπται ἵνα πιστεύσητε ὅτι  Ἰησοῦς ἐστιν ὁ Χριστός ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ, καί ἵνα πιστεύοντες ζωήν ἔχητε ἐν τῷ ὀνόματι αὐτοῦ» (Ἰω. κ΄31).
Ἀδελφοί μου!
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος μᾶς ἐτόνισε σήμερα μίαν μεγάλην ἀλήθειαν, ὅτι τό Εὐαγγέλιον δέν εἶναι καρπός ἀνθρωπίνης σοφίας, δέν εἶναι ἐπινόησις ἀνθρώπου, ὅπου θά ὑπῆρχε τό ἐνδεχόμενον τῆς πλάνης. Εἶναι ἡ ἐξ ἀποκαλύψεως ἀλήθεια.  Εἶναι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ.  Εἴθε νά εἶναι καί ὁ ὁδηγός στήν ζωήν μας. Πρᾶγμα πού σημαίνει νά μελετᾶμε, ἀλλά καί νά ἐφαρμόζωμε τό Εὐαγγέλιον στήν ζωήν μας. Νά εἴμεθα ὄχι μόνον «οἱ ἀκούοντες τόν λόγον τοῦ Θεοῦ », ἀλλά καί « οἱ φυλάσσοντες αὐτόν». ΑΜΗΝ.    Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 14 Οκτωβρίου 2017

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 15 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

Ἀριθμός 41
Κυριακή 15 Ὀκτωβρίου 2017
Δ΄ ΛΟΥΚΑ
ΤΩΝ ΑΓ. ΠΑΤΕΡΩΝ ΤΗΣ Ζ΄ΟΙΚΟΥΜ. ΣΥΝΟΔΟΥ
( Τίτ. γ΄ 8-15 )
Ἡ σημερινή Κυριακή, ἀδελφοί μου, εἶναι ἀφιερωμένη στούς Πατέρας ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι συνεκρότησαν τήν Ζ΄ Οἰκουμενικήν σύνοδον. Ἡ σύνοδος αὐτή συνῆλθε στήν Νίκαια τῆς Κωνσταντινουπόλεως τό 787 μ.Χ., ἐπί βασιλείας Κωνσταντίνου τοῦ Πορφυρογεννήτου καί τῆς μητρός αὐτοῦ Εἰρήνης. Πατέρες δέ ἦσαν εἰς αὐτήν ὀρθόδοξοι 350, στούς ὁποίους προσετέθησαν ἄλλοι 17, εἰκονομάχοι ὄντες τό πρῶτον, ὕστερον δέ μετανοήσαντες καί ἀσπασθέντες τό ὀρθόδοξον δόγμα. Ἡ σύνοδος αὐτή ἀνεθεμάτισε τούς εἰκονομάχους, ἐδογμάτισε καί διετράνωσε ὅτι, ὅποιος δέν προσκυνεῖ τάς ἁγίας εἰκόνας, εἶναι ξένος καί χωρισμένος ἀπό τήν πίστιν τῶν ὀρθοδόξων χριστιανῶν, καί ὅτι «ἡ τιμή τῆς εἰκόνος ἐπί τό πρωτότυπον διαβαίνει». Αὐτό σημαίνει ὅτι ὁ χριστιανός ὁ ὁποῖος προσκυνεῖ τήν εἰκόνα ἑνός Ἁγίου, δέν προσκυνεῖ τό ξύλον ἤ τό ὁποιοδήποτε ὑλικόν ἀπό τό ὁποῖον εἶναι φτιαγμένη, ἀλλά τό εἰκονιζόμενον πρόσωπον, καί ἀποδίδει σ’αὐτό τιμήν καί σεβασμόν. Γι’αὐτό ἐξ ἄλλου ἀνάβομε καντήλι καί θυμιάζομε. Δείχνομε, μέ αὐτόν τόν τρόπον, τόν σεβασμόν μας στό εἰκονιζόμενον πρόσωπον, καί ἐπικαλούμεθα τήν χάριν τοῦ Ἁγίου ἤ τῆς Ἁγίας.
Καί ἄς ἔλθωμε στό ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα τῆς ἡμέρας. Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθυνόμενος πρός τόν μαθητήν του Τίτον μεταξύ τῶν ἄλλων τοῦ γράφει ὅτι «οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ», ὅσοι δηλαδή ἔχουν πιστεύσει στόν Θεόν, ὀφείλουν «καλῶν ἔργων προΐστασθαι», ἔχουν ὑποχρέωσιν νά πρωτοστατοῦν  σέ  καλά  ἔργα.
Ἡ σύστασις αὐτή τοῦ Ἀποστόλου Παύλου ἐμπερικλείει τό πιό οὐσιαστικό αἴτημα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, πού εἶναι ἡ χριστιανική πρᾶξις καί μαρτυρία τῆς ἀγάπης. Ὁ ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος ἀποδέχεται τό Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας, ὀφείλει νά κάνῃ πρᾶξιν ὅσα ὡς λόγια, ὡς διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου ἀποδέχεται. Ἡ ὀρθοδοξια δέν εἶναι λόγια, εἶναι ἔργα. Ὀρθοδοξία σημαίνει ὀρθοπραξία. Τήν ἴδιαν προτροπήν ἐπαναλαμβάνει καί πιό κάτω, ὅταν λέγει: «Μανθανέτωσαν δέ καί οἱ ἡμέτεροι καλῶν ἔργων προΐστασθαι εἰς τάς ἀναγκαίας χρείας,  ἵνα μή ὦσιν ἄκαρποι».
Δηλαδή, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος συνδέει ἄρρηκτα τήν χριστιανικήν πρᾶξιν μέ τήν ἀλήθειαν τοῦ Εὐαγγελίου. Δέν ἀρκεῖ μόνον ἡ πίστις. Δέν νοεῖται χριστιανός ὁ ὁποῖος λέγει πιστεύω, ἀλλά δέν μπορῶ νά πάω τήν Κυριακήν λ. χ. στήν ἐκκλησίαν. Ἤ, δέν νοεῖται χριστιανός ὁ ὁποῖος ἔρχεται στόν χριστιανικόν ναόν, κάνει μετά-νοιες, προσεύχεται, κοινωνεῖ, ἀλλά ἀδιαφορεῖ γιά τόν συνάνθρωπόν του, βλέπει μόνον τόν ἑαυτόν του.
Μόνη ἡ πίστις δέν ἀρκεῖ γιά τήν σωτηρίαν μας. Μᾶς τό ἐδίδαξεν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός λέγοντάς μας «οὐ πᾶς ὁ λέγων μοι Κύριε Κύριε,  εἰσελεύσεται εἰς τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἀλλ’ ὁ ποιῶν τό θέλημα τοῦ πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ΄ ζ΄21). Καί ὁ ἀδελφόθεος Ἰάκωβος θά μᾶς πῇ: «Ἡ πίστις χωρίς τῶν ἔργων νεκρά ἐστιν» (Ἰακ. β΄20). Τήν πίστιν μας, λοιπόν, στόν Χριστόν τήν δείχνομε μέ τά ἔργα μας.
Νά προσέξωμε δέ καί τοῦτο. Κατά τόν Ἀπόστολον Παῦλον, οἱ χριστιανοί ὄχι ἁπλῶς πρέπει νά πράττωμε καλά ἔργα, ἀλλά νά πρωτοστατοῦμε σ’ αὐτά. «Οἱ πεπιστευκότες τῷ Θεῷ» ὀφείλομε «καλῶν ἔργων προΐστασθαι». Μέ τό ρῆμα προΐσταμαι ὁ Ἀπόστολος Παῦλος θέλει νά δώσῃ ἔμφασι στήν ἀναγκαιότητα τῶν καλῶν ἔργων καί στόν ἡγετικόν ρόλον πού χρεωστοῦμε νά διαδραματίζωμε σ’αὐτά οἱ χριστιανοί. Τά ἔργα τῆς ἀγάπης στήν ζωήν τῶν πιστῶν  δέν μπορεῖ νά εἶναι πάρεργο, ἀλλά κύριον ἔργον, φροντίδα ἀνίστακτος, ἡ ὁποία θά ἀποδεικνύῃ τήν εἰλικρίνειαν τῆς πίστεώς μας στόν Θεόν καί τήν γνησιότητα τῆς ἀγάπης μας πρός τούς ἀδελφούς μας.
Ὅταν λέμε ὅτι πιστεύομε στόν Θεόν, Ἐκεῖνος μᾶς φωνάζει: «Πιστεύει; Δεῖξον μοι τήν πίστιν σου ἐκ τῶν ἔργων σου» (Ἰακ. β΄18).
Τά χριστιανικά ἔργα εἶναι
1ον «Εὐάρεστα τῷ Θεῷ». Ὁ Θεός, ὡς πηγή τῆς ἀγάπης, εὐαρεστεῖται, ὅταν μᾶς βλέπει νά ἐνεργοῦμε μέ ἀγάπη, νά συμπαραστεκώμεθα στούς ἄλλους μέ ἀδελφοσύνη, νά διακονοῦμε τόν πλησίον μας μέ αὐταπάρνησιν.
Καί 2ον, εἶναι «ὠφέλιμα τοῖς ἀνθρώποις». Ὠφελοῦν καί αὐτόν πού τά ἐνεργεῖ, ἐμᾶς τούς ἰδίους ὅταν τά πράττωμε, καί ἐκεῖνον γιά χάριν τοῦ ὁποίου τά πράττωμε.  Σέ ἐμᾶς ἐλκύουν τό Ἔλεος τοῦ Θεοῦ, στούς ἄλλους προσφέρουν ἀναπνοήν, ζωήν, ἀνακούφισιν.
Ἀδελφοί μου!
Σκεφθήκαμε ποτέ, πόσοι καί πόσοι ἔχουν καί σήμερα ἀνάγκην ἀπό τήν ἀγάπην μας; Ὁ πτωχός, ἡ χήρα, τό ὀρφανό, ὁ κατάκοιτος, ὁ ἄρρωστος, ὁ πονεμένος, ὁ ἀπελπισμένος, ὅλοι αὐτοί περιμένουν νά τούς δείξωμε ἐμπράκτως ὅτι τούς ἀγαπᾶμε.  Αὐτό σημαίνει ὅτι δέν μποροῦμε νά κοιμώμεθα ἥσυχοι, χωρίς νά σκεπτώμεθα αὐτούς τούς ἀνθρώπους. Καί χθές καί σήμερα καί πάντοτε τό ζητούμενον εἶναι καί θά παραμένῃ ἡ πρᾶξις, τά καλά ἔργα ὡς καρπός πίστεως καί ἀληθινῆς ἀγάπης. Ἄς μάθωμε νά εἴμεθα πρωτοπόροι καλῶν ἔργων.  ΑΜΗΝ Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 7 Οκτωβρίου 2017

ΚΥΡΙΑΚΗ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2017

ΑΓΙΑΣΜΟΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΔΩΡΕΑΝ ΜΑΘΗΜΑΤΩΝ ΣΤΟ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΕΙΟ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ  ΛΑΤΟΜΙΟΥ




















Την Κυριακή 1 Οκτωβρίου στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο  της  ενορίας μας, μετά το πέρας της  Θείας Λειτουργίας,  ο εφημέριος του Ιερού Ναού π. Βασίλειος Φιλιππάκης  ετέλεσε τον  αγιασμό  επί τη ενάρξει των  δωρεάν μαθημάτων 2017 – 2018.



       Πολλοί μαθηταί, καθηγηταί και γονείς  προσήλθαν στην τέλεση του αγιασμού για να συμμετάσχουν στην έναρξη  των μαθημάτων που θα διδάσκονται εντελώς δωρεάν   στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο  Παναγίας Λατομιτίσσης. 

     Ο εφημέριος του Ιερού Ναού μας αναφέρθηκε στις δυσκολίες που αντιμετώπισε και αντιμετωπίζει και φέτος, έως  ότου ολοκληρωθεί το εβδομαδιαίο ωρολόγιο πρόγραμμα των μαθημάτων. Κάθε χρόνο παρατηρείται το φαινόμενο ότι ενώ έχουν ολοκληρωθεί οι εγγραφές των ενδιαφερομένων, υπάρχουν πολλά άτομα που αποφασίζουν να εγγραφούν στα δωρεάν μαθήματα αρκετά καθυστερημένα. Συνεπώς οι αλλαγές στο πρόγραμμα είναι αναπόφευκτες.
Περισσότερο επικεντρώθηκε στο θέμα των 34 Εκπαιδευτικών,  - κάθε χρόνο όλο και περισσότεροι γίνονται, - τους ευχαρίστησε ιδιαίτερα για την ανιδιοτελή προσφορά τους.
      
       Ο π. Βασίλειος ο οποίος  είναι ο οραματιστής,  ο εμπνευστής, ο δημιουργός, ο συντελεστής και  ο άγρυπνος φρουρός στην όλη διοργάνωση,  στην ομιλία του μετά το πέρας του Αγιασμού άρχισε με τις  ευλογίες της εκκλησίας μας και συνέχισε  απευθυνόμενος σε όλους  με  τα εξής λόγια: Σήμερα εμείς εδώ ρίξαμε ένα σποράκι και εσείς με την δική σας επιμέλεια και θέληση, θα το πολλαπλασιάσετε όσο καλύτερα μπορεί ο καθένας. Ευχαρίστησε την οικογένεια ΓΕΩΡΓΙΟΥ  ΚΑΙ  ΚΑΛΛΙΟΠΗΣ ΚΟΥΚΟΥΝΑΡΗ, για άλλη μια χρονιά που δημιούργησαν το Πνευματικό Κέντρο στην ενορία μας και προς τιμήν τους έχει δοθεί το όνομα,  και ακόμα  ενισχύουν την εκκλησία  της Παναγίας Λατομιτίσσης. Ιδιαιτέρως τους μνημόνευσε διότι είναι μεγάλοι δωρηταί και πάντα είναι αρωγοί και συμπαραστάτες στο έργο της ενορίας μας. Κλείνοντας είπε: εύχομαι καλή πρόοδο και δύναμη τόσο  στους  μαθητάς όσο και στους γονείς,  ευχαρίστησε τους συνεργάτες του, ονομάζοντάς τους ανιδιοτελείς στρατιώτες που θα αφιερώσουν κάποιο χρόνο  για να διδάξουν και φέτος τα μαθήματα στο Κουκουνάρειο Πνευματικό Κέντρο της Παναγίας Λατομιτίσσης.

        Απευθυνόμενος  προς τους γονείς των παιδιών είπε ότι  πρέπει να έχετε άμεση   επικοινωνία   με τους   καθηγητές  να  μαθαίνετε  πως   πηγαίνουν οι επιδόσεις   των παιδιών σας. Επίσης   ζήτησε  να  διατηρούν τους  χώρους   καθαρούς όπως   διατηρούμε   καθαρά  τα σπίτια μας. 
Κλείνοντας απευθύνθηκε σε όλο το διδακτικό προσωπικό και το παρεκάλεσε  πριν αρχίσουν το μάθημα να γίνεται προσευχή. Ας μη λησμονούμε το «Από Θεού άρξασθαι».
Τέλος σε όλους τους εγγεγραμμένους μοίρασε  το Πρόγραμμα των μαθημάτων, το οποίο παραθέτομε κατωτέρω.
Καλή χρονιά σε όλους.



ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 8 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ


Ἀριθμός 40
Κυριακή 8 Ὀκτωβρίου 2017
Γ΄ ΛΟΥΚΑ
( Β΄ Κορ. θ΄ 6-11)
Θεμελιώδης χριστιανική ἐντολή, ἀδελφοί μου, εἶναι αὐτή πού ἀναφέρεται στήν χριστιανική ἀγάπη. Γνωστή σέ ὅλους μας ἡ προτροπή τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπᾶτε ἀλλήλους», ἡ ὁποία διασώζεται ἀπό τόν Εὐαγγελιστήν Ἰωάννην, στό λεγόμενον «Εὐαγγέλιον τῆς Διαθήκης». Διακριτικό γνώρισμα τῶν χριστιανῶν ἡ ἀγάπη, σύμφωνα μέ τά λόγια τοῦ Χριστοῦ «ἐν τούτῳ γνώσονται πάντες ὅτι ἐμοί μαθηταί ἐστε, ἐάν ἀγάπην ἔχητε ἀλλήλοις» (Ἰω.ιγ΄35). Προϋπόθεσις ἀπαραίτητος ἡ ἐκδήλωσις ἀγάπης πρός  τόν πλησίον, ὥστε νά ὁμολογήσωμεν τήν πίστιν μας εἰς τόν Τριαδικόν Θεόν. «Ἀγαπήσωμεν ἀλλήλους, ἵνα ἐν ὁμονοίᾳ ὁμολογήσωμεν, Πατέρα, Υἱόν καί Ἅγιον Πνεῦμα, Τριάδα ὁμοούσιον καί ἀχώριστον».
Μέ ἄλλα λόγια, δέν δικαιούμεθα νά ὀνομαζώμεθα χριστιανοί, ἐάν δέν ζοῦμε ἐν ἀγάπῃ, ἐάν τήν καρδιάν μας δέν καθοδηγεῖ ἡ ἀγάπη, ἐάν δέν ἐμπλουτίζομεν τό ἐνεργητικόν μας μέ ἔργα ἀγάπης. Κορυφαία ἔκφρασις τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ἐμπράκτως, εἶναι ἡ ἐλεημοσύνη, καί σ’ αὐτήν ἀναφέρεται τό σημερινόν ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα, ὅπου ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἐξαίρει τήν σημασίαν πού ἔχει γιά τούς πιστούς ἡ ἄσκησις τῆς ἐλεημοσύνης.
Ἄς ἀνατρέξωμεν, ὅμως, πρωτίστως στήν Παλαιάν Διαθήκην. Ἐκεῖ διαπιστώνομε ὅτι ἡ ἐλεημοσύνη ἀποτελεῖ κατ’ ἐξοχήν θρησκευτικήν πρᾶξιν. Ἡ ἄσκησίς της συνιστᾶ  ἱεράν ὑποχρέωσιν τοῦ ἀνθρώπου πού θέλει νά ζῇ  σύμφωνα μέ τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ. Στό βιβλίον τῶν Παροιμιῶν διαβάζομε: «Ὁ ἐλεῶν πτωχόν δανείζει Θεῷ» (Παροιμ. ιθ΄17). Στό Δευτερονόμιον ὁ Θεός παραγγέλλει: «Ἀνοίγων ἀνοίξεις τάς χεῖρας σου τῷ ἀδελφῷ σου τῷ πένητι» (Δευτ. ιε΄11). Δηλαδή, ἁπλόχερα νά ἀνοίξῃς τά χέρια σου στόν πτωχόν ἀδελφόν σου. Τό δέ βιβλίον τοῦ Τωβίτ συμβουλεύει: «Ἐκ τῶν ὑπαρχόντων σου ποίει ἐλεημοσύνην… μή ἀποστρέψῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό παντός πτωχοῦ» (Τωβ. δ΄ 7-11).
Πέραν αὐτῶν, καί ἐάν ἔλθομε στήν Καινήν Διαθήκην, θά δοῦμε ὅτι στό Εὐαγγέλιον τῆς κρίσεως, ὅπως ὀνομάζεται, αὐτό πού ἀναγινώσκεται τήν Κυριακήν τῶν Ἀπόκρεω, ὁ Χριστός τονίζει πώς μέ τήν ἐλεημοσύνην προσεγγίζομε προσωπικά τόν Ἴδιον τόν Χριστόν. «Ἐφ’ ὅσον ἐποιήσατε ἑνί τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοί ἐποιήσατε» (Ματθ.κε΄40). Ὁ δέ Ἀπόστολος Παῦλος ἐπισημαίνει πώς εἴμεθα μέλη ἑνός καί τοῦ αὐτοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας καί ὀφείλομε νά ἐπιδεικνύωμε φροντίδα πρός τά ἀσθενέστερα μέλη, διότι «εἴτε πάσχει ἕν μέλος, συμπάσχει πάντα τά μέλη, εἴτε δοξάζεται ἕν μέλος, συγχαίρει πάντα τά μέλη» (Α΄Κορ. ιβ΄26).
Ἀλλά ἄς δοῦμε καί κάτι ἀπό τήν Ἱεράν Παράδοσιν τῆς Ἐκκλησίας μας. Τί λένε οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Ὁ Ἱερός Χρυσόστομος ὀνομάζει τήν ἐλεημοσύνην « βασιλίδα τῶν ἀρετῶν », καί διδάσκει ὅτι αὐτή «ὁμοίους ἀνθρώπους ποιεῖ Θεῷ». Καί ἀκόμα διδάσκει πώς δέν ὑπάρχει ἁμάρτημα, τό ὁποῖον δέν μπορεῖ νά καθαρίσῃ ἡ ἐλεημοσύνη. Ἐπίσης, μᾶς λέγει πώς  ὅπως ἡ φωτιά λειώνει τό κερί,  ἔτσι καί ἡ ἐλεημοσύνη «λειώνει» τίς ἁμαρτίες μας. Ὁ Ἅγιος Μάξιμος ὁ ὁμολογητής παρατηρεῖ πώς τίποτα ἄλλο δέν εὐχαριστεῖ τόν Θεόν ὅσον ἡ ἐλεημοσύνη.
Βεβαίως, μιλῶντας γιά τήν ἀξίαν αὐτῆς τῆς ἀρετῆς, θά πρέπῃ νά τονίσωμεν πώς ἔχει μεγάλην σημασίαν ὁ τρόπος μέ τόν ὁποῖον τήν ἀσκοῦμε, καθώς ἐπίσης καί τά κίνητρα πού μᾶς ὠθοῦν. Κίνητρό μας θά πρέπῃ νά εἶναι ἡ ἀγάπη καί ἡ στοργή γιά τόν πάσχοντα καί ἐνδεῆ ἀδελφόν μας. Αὐτό σημαίνει πώς ἡ ἐλεημοσύνη γίνεται μέ πλήρη ἀνιδιοτέλεια, χωρίς τήν ἐλπίδα ἀνταποδώσεως, χωρίς ὑστεροβουλίαν. Ἐλεοῦμε, διότι μᾶς τό ζητάει ὁ Θεός, εἶναι χρέος μας ἱερό, καί ὄχι γιά νά κερδίσωμε τόν ἔπαινον ἤ τι ἄλλο.
Τέλος, νά προσθέσωμε καί τοῦτο: Τό ἔργον τῆς ἐλεημοσύνης πρέπει νά γίνεται πρόθυμα καί χαρούμενα, μέ διάθεσιν ψυχῆς, καί διακριτικά, ὥστε νά μήν πληγώνωμε τόν ἀδελφόν μας πού βρίσκεται σέ ἀνάγκη καί προσθέτομε πόνο στόν ἤδη ὑπάρχοντα μέσα στήν ψυχήν του.
Ἀδελφοί μου!
Μέχρι πρό τινος, ὅλοι μας σχεδόν εἴχαμε ἀφθονίαν ὑλικῶν ἀγαθῶν. Ἀλήθεια, πόσα πετούσαμε στούς κάδους τῶν ἀπορριμμάτων, ἀκόμα καί αὐτό τό εὐλογημένο ψωμί; Ἡ οἰκονομική κρίσις ἔχει περιορίσει σημαντικά τοῦτο τό φαινόμενον, ὅμως, ὅπως ὅλοι γνωρίζομεν, ἔχουν αὐξηθῆ οἱ ἐνδεεῖς συνάνθρωποί μας. Πόσοι ὑποφέρουν; Πόσοι δύσκολα τά βγάζουν πέρα, ὅπως λέμε; Πόσοι ζοῦν μέ ἀξιοπρέπειαν τήν ἀνέχειάν τους; Δίπλα μας ὑπάρχουν ἀδελφοί μας πού  πεινοῦν, πού δέν ἔχουν νά δώσουν γάλα στά παιδιά τους, πού δέν ἔχουν τά στοιχειώδη ἀγαθά. Ἄς ἀνοίξωμε τά μάτια τῆς καρδιᾶς μας νά τούς δοῦμε. Ἁπλόχερα καί διακριτικῷ τῷ τρόπῳ ἄς προσφέρωμεν ἐκ τῶν ὑπαρχόντων ἡμῶν. Ἄς τούς συμπαρασταθοῦμε ἀδελφικά στό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, στό ὄνομα τῆς ἀγάπηςΑΜΗΝ.
  Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Σάββατο, 30 Σεπτεμβρίου 2017

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ



ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 1 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ

ΤΟ  ΚΗΡΥΓΜΑ  ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ
Ἀριθμός 39
Κυριακή 1 Ὀκτωβρίου 2017
Β΄ ΛΟΥΚΑ
(Β΄Κορ. στ΄ 16-ζ΄1)
Βασική διδασκαλία τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀδελφοί μου, εἶναι ἡ περί τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου  καί τῆς πλάσεως τοῦ ἀνθρώπου. Τοῦτο ἀποδεικνύεται ἀπό τό γεγονός ὅτι, αὐτή ἡ διδασκαλία, συμπεριλαμβάνεται στό Σύμβολον τῆς Πίστεώς μας, ὅπου ὁμολογοῦμε τήν πίστιν μας στόν Ἕνα Θεόν, ὁ Ὁποῖος εἶναι ὁ ποιητής τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, « ὁρατῶν τε πάντων καί ἀοράτων». Αὐτός, ὁ πλάστης μας, μᾶς ἔπλασε «κατ’ εἰκόνα», καί ἡ προσπάθειά μας, ὁ πνευματικός ἀγώνας μας, ὅσον ὑπάρχομε ἐδῶ στήν γῆ, θά πρέπῃ νά κατατείνῃ εἰς τό «καθ’ ὁμοίωσιν», δηλαδή νά ὁμοιάσωμε στήν ἁγιότητα στόν Θεόν. Τοῦτο, βεβαίως, μέ τήν σχετικήν ἔννοιαν τοῦ ὅρου, διότι μέ τήν ἀπόλυτον ἔννοιαν ΑΓΙΟΣ εἶναι μόνον ὁ Θεός. «Εἷς ἅγιος, εἷς Κύριος, Ἰησοῦς Χριστός, εἰς δόξαν Θεοῦ Πατρός ». Καί σέ ἄλλο σημεῖον τῆς Θείας Λειτουργίας, στήν εὐχήν τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου, ὁ Ἱερεύς λέγει: «…Σύ γάρ μόνος, Κύριε ὁ Θεός ἡμῶν, δεσπόζεις τῶν ἐπουρανίων καί τῶν ἐπιγείων, …ὁ μόνος ἅγιος…».
Σχετικό μέ αὐτήν τήν διδασκαλίαν εἶναι τό ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα πού ἀνεγνώσαμε σήμερα, καί τό ὁποῖον μᾶς εἶναι γνωστόν ἀπό τό Ἱερόν Μυστήριον τοῦ Εὐχελαίου, ἀφοῦ ἀποτελεῖ ἕνα ἀπό τά ἀποστολικά ἀναγνώσματα τά ὁποῖα ἀναγιγνώσκονται κατά τήν τέλεσιν αὐτοῦ τοῦ Ἱεροῦ Μυστηρίου. Ἄς προσέξωμεν τήν κατακλείδα τοῦ ἱεροῦ κειμένου: «…Καθαρίσωμεν ἑαυτούς ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». Νά, λοιπόν, ὁ σκοπός γιά τόν ὁποῖον μᾶς ἔπλασε ὁ Θεός.
Ὅμως, ἐάν ρίξομεν μιά ματιά στήν καθημερινή μας ζωή, θά διαπιστώσωμεν ὅτι πολλοί ἄνθρωποι ἀγνοοῦν τόν πραγματικόν σκοπόν τῆς ζωῆς, ἤ, καί ἄν τόν γνωρίζουν, τόν θέτουν στό περιθώριον, τόν παραγκωνίζουν, ἐπιδιώκουν κάτι ἄλλο στήν ζωήν τους.
Γιά παράδειγμα, κάποιοι νομίζουν ὅτι τό πᾶν στήν ζωήν εἶναι ὁ πλοῦτος καί ὅτι ἐκεῖ βρίσκεται ἡ εὐτυχία. Πόσον, ὅμως,πλανῶνται! Δέν σκέπτονται ὅτι ἔρχεται ἡ στιγμή τοῦ θανάτου, καί τότε «οὐ παραμένει ὁ πλοῦτος, οὐ συνοδεύει ἡ δόξα· ἐπελθών γάρ ὁ θάνατος, ταῦτα πάντα ἐξηφάνισται», ὅπως μᾶς λέγει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός. Ἔρχεται ἡ ὥρα τοῦ θανάτου, καί τότε ὅλα τά ἀφήνομε ἐδῶ. Καί ἐάν δέν ἔχομε τακτοποιήσει τά πράγματά μας, τά περιουσιακά μας στοιχεῖα, τότε οἱ κληρονόμοι τσακώνονται γιά τήν μοιρασιά, τί θά πάρῃ καί πόσα ὁ καθένας.
Ἄλλοι ἐπιδιώκουν στήν ζωήν τους τά ἀξιώματα. Θέλουν νά ἀνεβοῦν, ὅπως λέμε, καί πρός τόν σκοπόν αὐτόν μετέρχονται κάθε τρόπον ἤ καί ἀθέμιτα μέσα , παραγκωνίζοντας ἀξίους συναδέλφους των, προκειμένου νά ἱκανοποιήσουν τίς ἐπιθυμίες τους, νά ἐπιτύχουν αὐτό πού θέλουν.
Γιά τόν Χριστιανόν, πρώτιστος σκοπός θά πρέπῃ νά εἶναι ἡ ἁγιωσύνη.  Γι’ αὐτήν μίλησε ὁ Θεός στόν Μωυσῆ λέγοντάς του «ἅγιοι ἔσεσθε».  Γι’ αὐτήν παρακαλεῖ ὁ Χριστός μας τόν Θεόν Πατέρα Του, στήν λεγομένην ἀρχιερατικήν προσευχήν, λέγοντας: «Πάτερ Ἅγιε, ἁγίασον αὐτούς ἐν τῷ ὀνόματί Σου». Ἀλλά καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅπως προείπαμε, μᾶς καλεῖ νά καθαρίσωμεν τούς ἑαυτούς μας «ἀπό παντός μολυσμοῦ σαρκός καί πνεύματος, ἐπιτελοῦντες ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ».
Ὅμως, τί σημαίνει ἁγιωσύνη, τί σημαίνει ἁγιότης, γιά μᾶς τούς χριστιανούς; Εἶναι ὁ ὕψιστος σκοπός τῆς ὑπάρξεώς μας σ’αὐτήν ἐδῶ τήν ζωήν. Νά ὁμοιάσωμεν στόν Θεόν, μέ τήν σχετικήν  ἔννοιαν. Διότι, ἐπαναλαμβάνομεν ὅτι, ΑΓΙΟΣ μέ τήν ἀπόλυτον ἔννοιαν εἶναι μόνον ὁ Θεός. Τί σημαίνει, λοιπόν, γιά μᾶς νά γίνωμεν ἅγιοι; Σημαίνει νά ἀκολουθήσωμεν τήν πορείαν τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, οἱ ὁποῖοι δέν γεννήθηκαν Ἅγιοι, ἦσαν ἄνθρωποι ἁμαρτωλοί,  μέ πάθη, ἀδυναμίες, ἐλαττώματα, ὅμως ἡ ὅλη τους ἐπί γῆς ζωή ἦτο ἕνας συνεχής καί ἀδιάκοπος ἀγώνας γιά νά ξερριζώσουν τά ἀγκάθια τῶν παθῶν μέσα ἀπό τήν ψυχήν τους καί νά ἀφήσουν, ὅπως σημειώνει ὁ Ἱερός Χρυσόστομος, μόνον τό κάλλος, τήν ὀμορφιά τῆς ψυχῆς. Καί τό κατόρθωσαν μέ τήν Χάριν τοῦ Θεοῦ, γι’ αὐτό καί βλέπομε τό πρόσωπόν τους νά περιβάλλεται ἀπό τόν στέφανον τῆς δόξης, τόν στέφανον τῆς ἁγιότητος, ὡς ἐπιβράβευσις γιά τόν πνευματικόν τους ἀγῶνα.
Ἀδελφοί μου!
Ἀπό τό ἀναρίθμητον πλῆθος τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας κανείς δέν ἐγεννήθη «ἐκ κοιλίας μητρός αὐτοῦ» ἅγιος. Ὅλοι ἦσαν ἁμαρτωλοί, ἀτελεῖς, ὁ καθένας μέ τά δικά του πάθη. Ὅμως ἀγωνίσθηκαν. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι προσεπάθησαν νά περιορίσουν ἤ καί νά ἐξαλείψουν  τά πάθη καί τά ἐλαττώματά τους. Προσεπάθησαν νά βιώσουν τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τόν Νόμον Του, τίς ἐντολές Του. Ἔτσι ἔφθασαν σέ ὕψος ἀρετῆς καί ἁγιότητος.
Εἴθε, νά τούς μιμηθοῦμε, «ἐπιτελοῦντες» καθημερινῶς, κάθε ὥρα, κάθε στιγμή «ἁγιωσύνην ἐν φόβῳ Θεοῦ». ΑΜΗΝ Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου

Κυριακή, 24 Σεπτεμβρίου 2017

ΤΟ ΘΕΙΟ ΚΗΡΥΓΜΑ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΚΗΣ 24 ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟΥ

Ἀριθμός 38
Κυριακή 24 Σεπτεμβρίου 2017
Α΄ ΛΟΥΚΑ
( Β΄ Τιμ. γ΄10-15 )
Δύο ἐπιστολές τοῦ Ἀποστόλου Παύλου πρός τόν Τιμόθεον  ἔχομε στήν Καινήν Διαθήκην, ἀδελφοί μου, τήν Α΄ καί τήν Β΄. Τό ἀποστολικόν ἀνάγνωσμα, τό ὁποῖον ἀκούσαμε σήμερα, εἶναι ἕνα τμῆμα ἀπό τήν Β΄ πρός Τιμόθεον ἐπιστολήν. Τί μᾶς λέγει;  Ποιό τό περιεχόμενον τοῦ ἱεροῦ κειμένου πού ἀκούσαμε;
Ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἀπευθύνεται πρός τόν μαθητήν του καί συνεργάτην του στό ποιμαντικό ἔργον καί κυρίως στό κηρυκτικόν, αὐτό πού ἀποσκοπεῖ στήν διάδοσιν τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος καί τοῦ φωτισμοῦ τῶν ἀνθρώπων μέ τό φῶς τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ, καί τόν διδάσκει.
Τόν διδάσκει καί τοῦ τονίζει τήν ἀξίαν κάποιων χριστιανικῶν ἀρετῶν. Τήν ἀξίαν τῆς πίστεως, τῆς ἀγάπης, τῆς μακροθυμίας, οἱ ὁποῖες ἀρετές εἶναι ταυτοχρόνως καί κάποια ἀπό τά χαρίσματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τά ὁποῖα κατονομάζει στήν πρός Γαλάτας ἐπιστολήν του, ὅπου μεταξύ τῶν ἄλλων γράφει: «Ὁ καρπός τοῦ πνεύματος ἐστιν ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθωσύνη, πίστις, πρᾳότης,  ἐγκράτεια» (Γαλ. ε΄22).
Κατόπιν, μνημονεύει τά παθήματά του στά Λύστρα, στό Ἰκόνιον καί στήν Ἀντιόχειαν. Γιατί; Μήπως προβάλλει ἑαυτόν;  Μήπως θέλει νά κερδήσῃ τόν ἔπαινον τῶν ἄλλων; Ὄχι βεβαίως. Κάνει αὐτήν τήν ἀναφοράν στά παθήματά του, γιατί θέλει νά προετοιμάσῃ τόν μαθητήν του Τιμόθεον γιά ὅσα θά ἐπιτρέψῃ ὁ Θεός καί θά πάθῃ γιά τόν Χριστόν. Καί τοῦ παραγγέλλει νά μή λυγίσῃ, ἀλλά νά παραμείνῃ σταθερός, ἀμετακίνητος, ἀκλόνητος στήν χριστιανικήν του πίστιν.
Τά παθήματα, οἱ δοκιμασίες, ὁ πόνος στήν οἱανδήποτε μορφήν του εἶναι γνωρίσματα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀλλά καί  ἡ σταθερότης στήν πίστιν μας πρός τόν Χριστόν. Τοῦτο σημαίνει πώς, ὅ,τι καί ἄν συμβῇ στή ζωή μας (ἀρρώστιες, οἰκονομικά ἀδιέξοδα, θάνατος, ὅ,τι ἐπιτρέψει ὁ Θεός), πρέπει, ἐφόσον εἴμεθα πιστοί δοῦλοι τοῦ Θεοῦ καί ὑποτάσσομε τό θέλημά μας στό δικό Του θέλημα, νά μή λυγίσωμε, νά μή γογγίσωμε, νά παραμείνωμε πιστοί στόν Θεόν, νά δεχθοῦμε τόν πόνον καί τήν θλῖψιν ὡς ἐπίσκεψιν τοῦ Θεοῦ καί νά ἐπαναλαμβάνωμεν τά λόγια τοῦ πολυάθλου Ἰώβ: «Εἰ τά καλά ἐδεξάμεθα παρά Κυρίου, τά κακά οὐχ ὑπείσωμεν; Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον εἰς τούς αἰῶνας».
Καί κάτι ἄλλο θά πρέπῃ νά προσέξωμεν. Ἡ χριστιανική πίστις δέν ἐπιτρέπει συμβιβασμούς. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ὡς χριστιανοί, πιστοί καί συνειδητοί χριστιανοί, μένομε σταθεροί καί ἀμετακίνητοι στίς ἀρχές μας, σέ ὅ,τι μᾶς διδάσκει ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία, καί δέν κάνωμε ὑποχωρήσεις καί συμβιβασμούς, δέν παρεκλείνομεν τῆς γραμμῆς τῆς διδασκαλίας τῆς Ἐκκλησίας μας. Ὅταν δέ βρεθοῦμε στό δίλημμα, τί νά κάνωμε, ἀφοῦ ἄλλο μᾶς ζητάει ὁ Νόμος τοῦ Θεοῦ, καί κάτι ἄλλο, ἀντίθετο πρός τόν θεῖον Νόμον, ὁ νόμος τῶν ἀνθρώπων, ὁ νόμος τῆς πολιτείας, τότε χωρίς πολλήν σκέψιν ἀκολουθοῦμε τόν Νόμον τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τήν ἐντολήν τῆς Ἐκκλησίας μας «πειθαρχεῖν δεῖ Θεῷ μᾶλλον ἤ ἀνθρώποις» (Πράξ. ε΄29). Ὡς παράδειγμα νά ἀναφέρωμεν τοῦτο, ὁ χριστιανός ἐπιλέγει τόν θρησκευτικόν γάμον, ὁ ὁποῖος εἶναι Εὐλογία, καί ὄχι τόν πολιτικόν ἤ τό σύμφωνον συμβιώσεως, τά ὁποῖα συνιστοῦν πορνείαν.
Στίς ἡμέρες μας, δέν εἶναι λίγοι ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσπαθοῦν νά μᾶς «ἐκτροχιάσουν», νά μᾶς «ξεγελάσουν», νά μᾶς ἀπομακρύνουν ἀπό τόν Θεόν καί τήν Ἐκκλησίαν Του, εἴτε αὐτοί εἶναι αἱρετικοί, εἴτε εἶναι ἄπιστοι πολιτικοί, εἴτε…, λέγοντάς μας, λ.χ.: Μά, ὑπάρχει  ἄλλη ζωή; Γύρισε κανείς νά μᾶς τό ἐπιβεβαιώσῃ; Ἤ, γιατί οἱ τίμιοι ὑποφέρουν,  καί οἱ ἄδικοι προκόπτουν στήν ζωήν τους; Τί ἀπάντησιν ἔχομε νά δώσωμεν; Τήν ἀπάντησιν τῆς Ἁγίας μας  Ἐκκλησίας: «Πάντες οἱ θέλοντες εὐσεβῶς ζῆν ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ διωχθήσονται » (Α΄Τιμ. γ΄12). Ὁ καλός χριστιανός δοκιμάζεται στό καμίνι τῆς ζωῆς τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐδοκιμάσθηκαν ὅλοι οἱ Ἅγιοι. Νά θυμηθοῦμε τόν ἁγιογραφικόν λόγον: «Ὁ Θεός ἐπείρασεν αὐτούς καί εὗρεν αὐτούς ἀξίους ἑαυτοῦ». Καί «ὡς χρυσόν ἐν χωνευτηρίῳ ἐδοκίμασεν αὐτούς» (Σοφ. Σολ. β΄5,6).
Ἀδελφοί μου!
Ἡ ὀρθόδοξος πίστις μας εἶναι θησαυρός, εἶναι τό πολύτιμο μαργαριτάρι μας. Ἀναγνωρίζοντας τήν ἀξίαν αὐτοῦ τοῦ θησαυροῦ, ἄς μένωμε σταθεροί στήν πίστιν μας στόν Χριστόν, ἔστω καί ἄν κάποιες στιγμές πονᾶμε στή ζωή μας, καί ἄς προκόπτωμε σέ κάθε ἔργο θεάρεστον, σέ ἔργα πίστεως καί ἀρετῆς. ΑΜΗΝ.   Πηγή: Ιερά Μητρόπολη Χίου